Αλκυόνη Παπαδάκη αποσπάσματα

"Δε σου κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο...
Να ήξερες πόσες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου...
Να σου στείλω ένα μήνυμα... Κι εσύ δεν άκουγες...
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου
για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. 
Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός. Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει...
Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.
Κι εγώ δεν ήμουν ποτέ τόσο δυνατή.
Και καθόλου οχυρωμένη.
Εσύ ήσουν πάντα ένας καλός καραβοκύρης.
Είχες πυξίδα...
Κρατούσες την ρότα σου σταθερή..
Άραξες το σκάφος σου σε απάνεμο λιμάνι..
Εγώ το δικό μου το βούλιαξα...
Ναυάγησα...
Ήρθα εδώ γιατί με πέταξαν τα κύματα...
Ταξίδευα σ' ένα άγνωστο πέλαγος κι είχα τ' αυτιά μου ανοιχτά μόνο για τις σειρήνες..
Όπου μου λεγαν πήγαινα..."



"Άσχετο, αλλά:
Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.
Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.
Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.
Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.
Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.
Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.
Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.
Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων."



"Να είχα, λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα... Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα... Να ‘ρχόντανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα νουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω, σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.
Η ερημιά είναι όπως η φωλιά της αράχνης.. Μόνος του την πλέκει κανείς. Βγάζει την κλωστή από μέσα του, σαν το σάλιο."



" Όταν μετράω τα κουμπιά της ψυχής μου, πάντα μου λείπουν μερικά. Τα 'χασα; Μου τα κλέψανε; Τα κατάπια; Τα χάρισα; Κύριος είδε. Άντε τώρα να την κουμπώσω τη ρημάδα. Άντε να την προφυλάξω...
Πόσες φορές αλήθεια συναρμολόγησες τη διαμελισμένη σου ψυχή;
Σάμπως θυμάσαι...;
Πόσες νύχτες τρύπησες, για να βγεις στο φως...;
Πόση βροχή κατάπιες...;
Πόσους ανέμους έκρυψες στην αγκαλιά σου...;
Τώρα μου γράφεις...
«Είμαι καλά.
Βρήκα μια θέση στη ζωή.
Μπορεί προσωρινά.
Αλλά να ξέρεις είναι θεωρείο!
Επιτέλους μου χαρίστηκε ο Θεός» 
Αμ, δε στη χάρισε ο Θεός τη θέση, μάτια μου.
Στην πούλησε. Και μάλιστα, πανάκριβα!"


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αγαπητό μου ημερολόγιο..

Αγαπητό μου ημερολόγιο

Αυταγάπη