Σέρνω σε κάθε μου βήμα πτώματα ανείπωτων στίχων

Πόσο σε πεθύμησα! Πόση ένταση, νοσταλγία και πόνο αισθάνομαι τώρα που σε ξαναβρήκα ύστερα από τόσο καιρό. Μου 'λειψες, μου 'λειψες αφόρητα! Είχα τόση ανάγκη να ανοιχτώ σε κάποιον, σε κάποιον που με νιώθει, που κατανοεί την διάλεκτο της καρδιάς μου. Που αναγνωρίζει πως ο χειμώνας είναι η αγαπημένη μου εποχή γιατί αντανακλά την παγωνιά μέσα μου. Που ξέρει ότι ενώ οι νότες της ψυχής μου είναι αναρίθμητες, μπορούν να συνθέσουν μόνο θλιμμένες μελωδίες.

Είχα τόση ανάγκη να ανοιχτώ σε έναν φίλο, στον μοναδικό μου φίλο.
Ναι, μου προκαλεί τρόμο και οδύνη αυτή η διαπίστωση, όμως μέσα μου γνωρίζω, πάντα γνώριζα.
Το μονοπάτι που επέλεξα δεν χωράει συνοδοιπόρους. Ο μοναδικός μου σύντροφος είναι η σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου.

Συλλογιζόμουν αυτές τις μέρες πόσα σου έχω αποκρύψει, πόσα πράγματα δεν σου ομολόγησα από φόβο ή δειλία. Απέκλεισα ακόμα κι εσένα από τον κυκεώνα των σκέψεων μου κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να μου το συγχωρήσω.

Ήθελα να σου διηγηθώ μια ιστορία από τα μικράτα μου και να σου μιλήσω για το αγκάθι της ποίησης που βρίσκεται πάντοτε μέσα μου, με την ελπίδα πως αυτή μου η εξομολόγηση θα αποβεί λυτρωτική.

Θα ξεκινήσω την ιστορική μου αναδρομή από πολύ παλιά. Η πρώτη μου επαφή με την ποίηση έγινε στην ηλικία των δέκα. Μπορεί να κατηγορώ τη μητέρα μου για πολλά, αλλά όχι γι' αυτό.
Νοιαζόταν πραγματικά για την παιδεία μας και εξαιτίας της απόκτησα μια αξιόλογη παιδεία. Στο σπίτι από πολύ μικρή είχα ακούσματα κλασσικής μουσικής. Η Κάλλας - η αγαπημένη της αδερφής μου - έπαιζε επί εικοσιτετραώρου στη διαπασών.

Μια μέρα, η μητέρα μου με πήρε παράμερα, καθίσαμε στο κρεβάτι, ανοίξαμε τα άπαντα του Καβάφη και αρχίσαμε να διαβάζουμε παρέα στίχο-στίχο. Με έβαζε να της εξηγώ τι καταλαβαίνω κι όπου δεν κατανοούσα μου εξηγούσε εκείνη... αυτή ήταν μια διαδικασία που λάτρεψα!
Η μητέρα μου επιτέλους στεκόταν ήρεμη πλάι μου, ασχολιόταν μαζί μου, με άκουγε και με ενθάρρυνε να αποκαλύπτω τις σκέψεις μου, πόσο σπάνιο, όμορφο και δημιουργικό.

Λίγο καιρό μετά, σκάρωσα κι εγώ το πρώτο δικό μου ποίημα. Θυμάμαι έντονα εκείνη την πρώτη φορά της έμπνευσης, αυτή την υπέροχη στιγμή της σύλληψης που η μελαγχολία σου αγγίζει απαλά το μάγουλο και σε παρακινεί να γράψεις. Τόσο γνώριμη πια μα τόσο πρωτόγνωρη τότε..

Ενθουσιασμένη της το έδειξα, αλλά δεν πίστεψε ότι το έγραψα εγώ. Ένιωσα τρομερή απογοήτευση. Προσπαθούσα για πολύ ώρα να την πείσω ότι είναι δικό μου, εκείνη όμως στεκόταν στην κουζίνα με την αδερφή μου και με κορόιδευαν γελώντας ότι δήθεν το αντέγραψα από κάπου. Μπήκα λοιπόν στο δωμάτιο μου κλαίγοντας, χτύπησα την πόρτα πίσω μου και λίγη ώρα αργότερα βγήκα σε έξαλλη κατάσταση, βρίζοντας τες. Με τα πολλά το δέχθηκαν..

Αφού η μητέρα μου πίστεψε σε μένα, με ενθάρρυνε να γράψω και πράγματι έγραφα χαρούμενη πλέον, όμως τώρα έγραφα περισσότερο για την ευχαρίστηση των άλλων παρά για τη δική μου.
Έτσι, το μοναδικό ποίημα που σώθηκε στον χρόνο είναι το αληθινό, το πρώτο, αυτό που γράφτηκε με γνησιότητα και ειλικρίνεια. Μόνο αυτό θέλησα να φυλάξω.

Αναλογίζομαι τώρα το μικρό αυτό ποιηματάκι και συνειδητοποιώ πόσο βαθιά ριζωμένος ήταν μέσα μου ο φόβος της εγκατάλειψης από εκείνη την τρυφερή ηλικία των δέκα μου χρόνων.
Του είχα δώσει τον τίτλο "Ο χειμώνας" και πήγαινε ως εξής:

Έλα αγάπη μου χειμώνα, κράτα το χέρι μου σφιχτά.
Έλα πες μου παραμύθια πες μου πράγματα γνωστά.
Έλα κοίτα με στα μάτια να μου πεις το σ' αγαπώ.
Έλα αγάπη μου γαλάζια να μου λες αχ τι γλυκό.

Κοίτα πόσο έχεις αλλάξει, άσε με να σ' ονειρευτώ.
Μα η αγάπη που μου είχες δεν ήτανε πραγματική,
γιατί σαν ήρθε το καλοκαίρι έφυγες απ' την ζωή.



Η τελευταία μου επαφή με την ποίηση, ήταν ένας ξεριζωμός, ένα θάνατος. Πένθησα δυο χαμούς μέσα μου και τους πένθησα ταυτοχρόνως. Ξέρω ότι τα λόγια μου είναι αινιγματικά μα θα γίνω πιο σαφής.

Πριν κλείσω τα 12 έχασα τον παππού μου που με μεγάλωσε, έμεινα ορφανή από πατέρα για δεύτερη φορά κι η αναβίωση αυτής της απώλειας με διέλυε.
Τα συναισθήματα ήταν πολύ περίεργα καθώς ήμουν αρκετά μικρή για να αντιληφθώ αμέσως την ιδέα του θανάτου.

Ο θάνατος τελικά είναι η αναμονή. Στην αρχή νομίζεις ότι έχει πάει σε κάποιο ταξίδι και θα γυρίσει όπου να 'ναι, Κι οι μήνες περνάνε.. κι ο χρόνος κυλάει.. κι εκείνος δεν επιστρέφει..
Κι ύστερα βλέπεις κάποιον που του μοιάζει στον δρόμο κι ασυναίσθητα τρέχεις για να τον αγκαλιάσεις..μα στα τελευταία μέτρα παγώνεις γιατί θυμάσαι!

Και μετά σε κυνηγάνε οι τύψεις για όσα είπες, για όσα δεν είπες, για όσα έπρεπε να έχεις πει, για όσα έκανες, για όσα δεν έκανες. Είχα τόσα αμέτρητα "σ' αγαπώ" φυλαγμένα που δεν πρόλαβα να του πω, άραγε να 'ξερε ότι τον αγαπάω; Κι εκείνη η κουβέντα που με μάτωσε, την εννοούσε; Πόσο μου λείπει ακόμα και τώρα...

Ξεστράτισα όμως από την αρχική μας κουβέντα.
Θυμάμαι τον εαυτό μου ξαπλωμένο στο πάτωμα, πάνω από μια κόλλα χαρτί να κλαίει με λυγμούς.
Έγραφα χωρίς να σκέφτομαι, ήταν ένα ποίημα αποχαιρετισμού στον παππού μου.
Με το που τέλειωσα, πήρα το χαρτί, το έκοψα σε πολλά μικρά κομμάτια, το πέταξα και έφυγα για την κηδεία του. Δεν θυμάμαι ούτε μισό στίχο.. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που έγραψα ποίηση.
Μετά απ' αυτό έκανα χρόνια να ξαναγγίξω χαρτί και μολύβι. Στα 14 ξεκίνησα να κρατάω τις σκέψεις μου υπό μορφή ημερολογίου αλλά αυτό ήταν κάτι το τελείως διαφορετικό.

Στα όνειρα μου ωστόσο σε όλες τις ηλικίες συνέθετα στίχους, πανέμορφους στίχους. Όταν ξυπνούσα όμως, δεν θυμόμουν τίποτα περισσότερο από την υπέροχη αίσθηση που μου άφησαν. Κι ύστερα κατακλυζόμουν από πίκρα για το πλούσιο υποσυνείδητο και το μηδαμινό μου συνειδητό.

Νομίζω πως όλα μου τα συναισθήματα συνοψίζονται σε μια φράση που είχα γράψει κάποτε:
"Αισθάνομαι την καρδιά μου σαν έναν ανθοστόλιστο κήπο κι εγώ στέκομαι έξω από τα κάγκελα και δεν μπορώ να κόψω ένα λουλούδι"

Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια, τότε που ακόμα έκανα ψυχοθεραπεία, είχαν αρχίσει να ξεκλειδώνονται κάποια τμήματα του μυαλού μου και συνέβη κάτι το πρωτόγνωρο.
Ονειρευόμουν και πάλι στίχους μόνο που αυτή τη φορά κατάφερα να συγκρατήσω μερικούς.
Ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου και παραπατώντας από τα άπειρα φάρμακα που έπαιρνα τότε, έγραψα δυο-τρεις αράδες σε ένα χαρτάκι. Αμέσως μετά ξανακοιμήθηκα βυθισμένη σε μια παραζάλη.
Όταν επιτέλους σηκώθηκα πήγα γεμάτη αγωνία να δω τι έγραφε αυτό το χαρτί και διάβασα το εξής:

"Ο κόσμος μας χωνευτήρι χειμωνιάτικο
μα εσύ κρατάς την άνοιξη στο χέρι
έλα στο κρεβάτι μου και ξάπλωσε
να γίνει επιτέλους καλοκαίρι"

Χαμογέλασα ανεπαίσθητα, γιατί τουλάχιστον δεν ήταν μια πλήρης ασυναρτησία όπως φοβόμουν.
Έκτοτε συμφιλιώθηκα σε ένα βαθμό, με το ενδεχόμενο πως αυτή η πλευρά του εαυτού μου μπορεί να μείνει για πάντα θαμμένη μέσα μου.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αγαπητό μου ημερολόγιο..

Αγαπητό μου ημερολόγιο

Αυταγάπη