Στεφανία-Χριστίνα
Πόσο θλιμμένη μέρα σήμερα, ακόμα κι ο ουρανός μελαγχόλησε καθώς άρχισε να πέφτει το σκοτάδι.
Η διάθεση μου είναι ολοένα και πιο υποτονική, η πληγή μου αναβλύζει ακόμα φρέσκο αίμα.
Όσο κι αν προσπαθώ να κρατηθώ στην επιφάνεια, ένα αόρατο χέρι με τραβάει στον πάτο.
Είχε φτάσει σχεδόν μεσημέρι κι εγώ καθόμουν αποκαμωμένη στην καρέκλα ενός σουπερ-μαρκετ, με το καλάθι μισογεμάτο μπροστά μου..με πλησιάζει ένα κοριτσάκι με εμφανή κινητικά προβλήματα, με ρωτάει αν μπορεί να κάτσει δίπλα μου και της γνέφω θετικά χαμογελώντας.
Κρατούσε έναν κατάλογο παιχνιδιών playmobil και τον ξεφύλλιζε. Με μια φυσικότητα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου κι άρχισε να μου μιλάει.. Ήταν 17 χρονών όμως ο νους της είχε παραμείνει παιδικός.
Πήγαινε ακόμα στο γυμνάσιο κι όπως μου εξομολογήθηκε τα παιδιά την κορόιδευαν και την πείραζαν, ένιωθε μόνη γιατί δεν είχε φίλους. "Είμαι το μοναδικό παιδί στον κόσμο" μου είπε γεμάτη απογοήτευση, "γιατί;" τη ρώτησα εγώ.."δεν υπάρχουν κι άλλα παιδιά;"
"Κανένα δεν με παίζει" μου απάντησε παραπονεμένα μέσα στην παιδική της αφέλεια.
Ήταν εμφανές ότι έψαχνε κάποιον για να μιλήσει, μου ανοίχτηκε αμέσως γιατί είχε τόση ανάγκη να εξομολογηθεί όσα την έπνιγαν.
Την άφησα να εκδηλωθεί και να ξεσπάσει κι ύστερα την πήρα μια αγκαλιά για να μην νιώθει μόνη.
"Μπορούμε να γίνουμε φίλες" της είπα κι εκείνη χαμογέλασε πλατιά.
"Αν θες μπορούμε να παίξουμε παρέα καμια μέρα" και είδα το πρόσωπο της να φωτίζεται.
Συνέχισε να μου λέει όσα σκεφτόταν.."ο μπαμπάς μου είναι υδραυλικός δουλεύει μέρα και νύχτα για μένα, η μαμά μου με φροντίζει πρωί μεσημέρι και βράδυ, γι' αυτό νιώθω άσχημα, ξέρω ότι τους έχω κουράσει" κι εκεί κύλισε το πρώτο δάκρυ.
Εγώ ήδη έκλαιγα στο πλάι της.."όταν αγαπάς κάποιον πολύ, δεν μπορεί να σε κουράσει. Για να σε προσέχουν τόσο, πάει να πει ότι το αξίζεις" αποκρίθηκα γνωρίζοντας πως τα λόγια μου δεν απομάκρυναν την απελπισία της.
Μου έγραψε σε ένα χαρτάκι το όνομα της, το τηλέφωνο της όπως μου ομολόγησε δεν το γνώριζε.
"Δεν πειράζει" της είπα "όταν έρθει η μαμά σου, θα τη ρωτήσουμε".
Μετά από λίγη ώρα πράγματι εμφανίστηκε η μητέρα της, σχεδόν θορυβημένη που με είδε δακρυσμένη δίπλα στην κόρη της.
Της είπα ότι απλά με συγκίνησε κι ότι θα 'θελα να της κάνω παρέα πότε-πότε, όμως την πήρε βιαστικά και έφυγαν.
Οι γονείς γίνονται υπερπροστατευτικοί σε τέτοιες περιπτώσεις και κατανοώ απόλυτα την αντίδραση της.
Συνέχισα να κάθομαι στο ίδιο κάθισμα μόνη μου πλέον και να κλαίω χωρίς να μπορώ να σταματήσω.
Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόμουν στο κατάστημα..δεν ξέρω αν είχα γίνει αξιοθέατο και δεν με ένοιαζε άλλωστε.
Το μόνο που γνώριζα είναι πως η καρδιά μου έχει σπάσει σε χίλια κομμάτια..
Η διάθεση μου είναι ολοένα και πιο υποτονική, η πληγή μου αναβλύζει ακόμα φρέσκο αίμα.
Όσο κι αν προσπαθώ να κρατηθώ στην επιφάνεια, ένα αόρατο χέρι με τραβάει στον πάτο.
Είχε φτάσει σχεδόν μεσημέρι κι εγώ καθόμουν αποκαμωμένη στην καρέκλα ενός σουπερ-μαρκετ, με το καλάθι μισογεμάτο μπροστά μου..με πλησιάζει ένα κοριτσάκι με εμφανή κινητικά προβλήματα, με ρωτάει αν μπορεί να κάτσει δίπλα μου και της γνέφω θετικά χαμογελώντας.
Κρατούσε έναν κατάλογο παιχνιδιών playmobil και τον ξεφύλλιζε. Με μια φυσικότητα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου κι άρχισε να μου μιλάει.. Ήταν 17 χρονών όμως ο νους της είχε παραμείνει παιδικός.
Πήγαινε ακόμα στο γυμνάσιο κι όπως μου εξομολογήθηκε τα παιδιά την κορόιδευαν και την πείραζαν, ένιωθε μόνη γιατί δεν είχε φίλους. "Είμαι το μοναδικό παιδί στον κόσμο" μου είπε γεμάτη απογοήτευση, "γιατί;" τη ρώτησα εγώ.."δεν υπάρχουν κι άλλα παιδιά;"
"Κανένα δεν με παίζει" μου απάντησε παραπονεμένα μέσα στην παιδική της αφέλεια.
Ήταν εμφανές ότι έψαχνε κάποιον για να μιλήσει, μου ανοίχτηκε αμέσως γιατί είχε τόση ανάγκη να εξομολογηθεί όσα την έπνιγαν.
Την άφησα να εκδηλωθεί και να ξεσπάσει κι ύστερα την πήρα μια αγκαλιά για να μην νιώθει μόνη.
"Μπορούμε να γίνουμε φίλες" της είπα κι εκείνη χαμογέλασε πλατιά.
"Αν θες μπορούμε να παίξουμε παρέα καμια μέρα" και είδα το πρόσωπο της να φωτίζεται.
Συνέχισε να μου λέει όσα σκεφτόταν.."ο μπαμπάς μου είναι υδραυλικός δουλεύει μέρα και νύχτα για μένα, η μαμά μου με φροντίζει πρωί μεσημέρι και βράδυ, γι' αυτό νιώθω άσχημα, ξέρω ότι τους έχω κουράσει" κι εκεί κύλισε το πρώτο δάκρυ.
Εγώ ήδη έκλαιγα στο πλάι της.."όταν αγαπάς κάποιον πολύ, δεν μπορεί να σε κουράσει. Για να σε προσέχουν τόσο, πάει να πει ότι το αξίζεις" αποκρίθηκα γνωρίζοντας πως τα λόγια μου δεν απομάκρυναν την απελπισία της.
Μου έγραψε σε ένα χαρτάκι το όνομα της, το τηλέφωνο της όπως μου ομολόγησε δεν το γνώριζε.
"Δεν πειράζει" της είπα "όταν έρθει η μαμά σου, θα τη ρωτήσουμε".
Μετά από λίγη ώρα πράγματι εμφανίστηκε η μητέρα της, σχεδόν θορυβημένη που με είδε δακρυσμένη δίπλα στην κόρη της.
Της είπα ότι απλά με συγκίνησε κι ότι θα 'θελα να της κάνω παρέα πότε-πότε, όμως την πήρε βιαστικά και έφυγαν.
Οι γονείς γίνονται υπερπροστατευτικοί σε τέτοιες περιπτώσεις και κατανοώ απόλυτα την αντίδραση της.
Συνέχισα να κάθομαι στο ίδιο κάθισμα μόνη μου πλέον και να κλαίω χωρίς να μπορώ να σταματήσω.
Δεν ξέρω πόση ώρα βρισκόμουν στο κατάστημα..δεν ξέρω αν είχα γίνει αξιοθέατο και δεν με ένοιαζε άλλωστε.
Το μόνο που γνώριζα είναι πως η καρδιά μου έχει σπάσει σε χίλια κομμάτια..
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου