Η αγωνία του ανείπωτου
Αγαπητό μου ημερολόγιο
Καμιά φορά σκέφτομαι τι να γράψω για σενα κι οι λέξεις θεριεύουν και με πνίγουν. Ορθώνονται μπροστά μου σαν ζητιάνοι που όλο ζητούν να πάρουν από μένα, να με πάρουν ολάκερη αν γίνεται.
Κι εσύ λαξεύεις τα όνειρα μου με ενα μικρό φτυαράκι παιδικό. Σαν αυτό που είχαμε πιτσιρίκια για να χτίζουμε κάστρα στην άμμο.
Έρχεσαι πάντοτε με την γλυκόπικρη αίσθηση του ανεκπλήρωτου, με το άρωμα του περασμένου..σαν μυρωδιά από παλιές εφημερίδες.
Με καταδιώκεις με τη γοητεία του ανείπωτου.
Σαν θηλιά το ανομολόγητο σφίγγει τον λαιμό μου και μου δένει τη γλώσσα.
Κι η λέξη μένει μετέωρη στο άπειρο, να στροβιλίζεται γύρω από την πελώρια δίνη της ανυπαρξίας της.
Γι' αυτό είμαι αναγκασμένη να επιστρέφω πάντα, για χατήρι αυτής της λεξούλας που ο μοναδικός της προορισμός είναι να λεχθεί.
Έτσι αρπάζω τα μολύβια μου κι αρχίζω να ζωγραφίζω τριαντάφυλλα και γλάστρες με βασιλικό και γαζίες και κόκκινες παπαρούνες...
...και δεν με νοιάζει πια που ο κόσμος είναι μια κινούμενη έρημος γιατί εγώ με τις ξυλομπογιές μου μπορώ να καλλιεργώ κήπους κάτω απ' το μικρό μου μπαλκονάκι.
Και σαν πέσει το βράδυ συμπληρώνω το κομμάτι που λείπει από το μισοφέγγαρο για να μην νιώθει μοναξιά. Ξαπλώνω κάτω από μια Ιτιά, κλείνω τα μάτια κι αφήνω τον άνεμο που θροΐζει ανάμεσα απ'τα γερμένα της φύλλα, να μου χαϊδέψει απαλά το πρόσωπο.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος όμως, θυμάμαι εκείνη τη λεξούλα που σεργιανάει ολομόναχη στην άβυσσο και αναμένει καρτερικά την ολοκλήρωση της ύπαρξης της...
Έτσι παίρνω στην αγκαλιά μου το τετράδιο και γράφω τον πρώτο στίχο...
Καμιά φορά σκέφτομαι τι να γράψω για σενα κι οι λέξεις θεριεύουν και με πνίγουν. Ορθώνονται μπροστά μου σαν ζητιάνοι που όλο ζητούν να πάρουν από μένα, να με πάρουν ολάκερη αν γίνεται.
Κι εσύ λαξεύεις τα όνειρα μου με ενα μικρό φτυαράκι παιδικό. Σαν αυτό που είχαμε πιτσιρίκια για να χτίζουμε κάστρα στην άμμο.
Έρχεσαι πάντοτε με την γλυκόπικρη αίσθηση του ανεκπλήρωτου, με το άρωμα του περασμένου..σαν μυρωδιά από παλιές εφημερίδες.
Με καταδιώκεις με τη γοητεία του ανείπωτου.
Σαν θηλιά το ανομολόγητο σφίγγει τον λαιμό μου και μου δένει τη γλώσσα.
Κι η λέξη μένει μετέωρη στο άπειρο, να στροβιλίζεται γύρω από την πελώρια δίνη της ανυπαρξίας της.
Γι' αυτό είμαι αναγκασμένη να επιστρέφω πάντα, για χατήρι αυτής της λεξούλας που ο μοναδικός της προορισμός είναι να λεχθεί.
Έτσι αρπάζω τα μολύβια μου κι αρχίζω να ζωγραφίζω τριαντάφυλλα και γλάστρες με βασιλικό και γαζίες και κόκκινες παπαρούνες...
...και δεν με νοιάζει πια που ο κόσμος είναι μια κινούμενη έρημος γιατί εγώ με τις ξυλομπογιές μου μπορώ να καλλιεργώ κήπους κάτω απ' το μικρό μου μπαλκονάκι.
Και σαν πέσει το βράδυ συμπληρώνω το κομμάτι που λείπει από το μισοφέγγαρο για να μην νιώθει μοναξιά. Ξαπλώνω κάτω από μια Ιτιά, κλείνω τα μάτια κι αφήνω τον άνεμο που θροΐζει ανάμεσα απ'τα γερμένα της φύλλα, να μου χαϊδέψει απαλά το πρόσωπο.
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος όμως, θυμάμαι εκείνη τη λεξούλα που σεργιανάει ολομόναχη στην άβυσσο και αναμένει καρτερικά την ολοκλήρωση της ύπαρξης της...
Έτσι παίρνω στην αγκαλιά μου το τετράδιο και γράφω τον πρώτο στίχο...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου