Το κλουβί
Οι διαθέσεις μου εναλλάσσονται και τα συναισθήματα περιπλέκονται σε ατέλειωτους κόμπους που σφίγγονται γύρω από το λαιμό μου και μου κόβουν την ανάσα...
Σκέφτομαι πως τόσες μέρες αναβιώνω έναν θάνατο που με πληγώνει και τον βιώνω μόνη!
Τότε ένας τεράστιος θυμός ξεπηδά από μέσα μου, για κείνον που με εξαπάτησε, για μένα που αφέθηκα να εξαπατηθώ, για τις υποσχέσεις που δεν τήρησε, για τα λόγια που με προθυμία κατάπια απλά και μόνο επειδή είχα την ανάγκη να τα ακούσω, για όσα πίστεψα επειδή στην ουσία αποζητούσα ένα χάδι στοργικό ακόμα κι αν αυτό ήταν φενάκη..
Παραπλανήθηκα γιατί ήθελα να παραπλανηθώ κι αυτό δεν μου το συγχωρώ, η μοναξιά όμως έχει δυο είδωλα. Σε μετατρέπει σε αγρίμι και ταυτοχρόνως σε κάνει ευάλωτο όταν έχεις ανάγκη να την ξορκίσεις από πάνω σου. Δεν φαντάζεσαι πόσο εύκολα συμβιβάζεσαι με ένα ψέμα όταν όλο σου το "είναι" ικετεύει να το κάνει αλήθεια...
Πληρώνω την αφέλεια και την επιπολαιότητα μου γιατί στην πραγματικότητα λιμοκτονώ για αγάπη!
Την αποζητώ με την ίδια λαχτάρα που ένας διψασμένος ψάχνει απεγνωσμένα έστω και για μερικές σταγόνες νερού. Την τρέμω με τον ίδιο φόβο που ένα χαμένο παιδάκι αναζητά πανικόβλητο τους γονείς του.
Πάντοτε δίπολο ήμουν, τα δυο άκρα κυριαρχούσαν μέσα μου και συγκρούονταν.
Το ένα έκλεινε τον εαυτό μου σε πελώρια χρυσά κλουβιά για να μην με πλησιάσει ανθρώπινο χέρι. Το άλλο έβρισκε δειλά δειλά μια χαραμάδα για να μπαίνουν λίγες αχτίδες φωτός στη φυλακή μου..
Καμιά φορά, έβρισκα το θάρρος, παραμέριζα ελάχιστα τα κάγκελα κι έκανα ένα διστακτικό βήμα προς την ελευθερία.
Σφιχταγκαλιασμένη με τις ανασφάλειες μου και γεμάτη άμυνες τρέκλιζα όπως τα μωρά που άτσαλα δοκιμάζουν τα πρώτα τους βηματάκια.
Ίσως και να άξιζε τον κόπο η τόση ταλαιπωρία έλεγα στον εαυτό μου.
Γιατί, μα την ευχή, είναι τόσο μαγικό το συναίσθημα να τρέχεις απογυμνωμένος από έγνοιες!
Κι η καρδιά μου, ζήλευε τόσο κάτι λευκά άλογα, που κάλπαζαν ανάμεσα στα κύματα σε φωτεινά ακρογυάλια..Ήξερε πως έτσι ήθελε να είναι κι αυτή, ελεύθερη!
Ο φόβος μου όμως με καθιστούσε αδρανή. Ήμουν μια παράλυτη ψυχή που ονειρευόταν να πετάξει... Ώσπου μια μέρα εντελώς ξαφνικά, ο ήλιος μου χαμογέλασε και το άρωμα των γιασεμιών με καλούσε να κυλιστώ σε καταπράσινα λιβάδια σαν μικρό κοριτσάκι.. ..κι εγώ για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό ενθουσιάστηκα με την άνοιξη! Με το χρώμα των φύλλων, με τη μυρωδιά του χώματος, ακόμα και με κεινο το μυρμηγκάκι που δρασκελούσε τα δάχτυλα μου σα να ταξίδευε στον κόσμο ολόκληρο..
Ξεχάστηκα με το παιχνίδι όμως κι απομακρύνθηκα πολύ απ' το κλουβί μου..μέχρι που ανακάλυψα πως νύχτωνε, πως ήμουν πλέον μόνη μου μακριά από την ασφάλεια του κελιού μου, πως εκτός από τα όμορφα πλασματάκια που τόσο μου τράβηξαν την προσοχή, υπήρχαν γύρω μου και κάποια άλλα θεριά αρπακτικά, που παραμόνευαν στο σκοτάδι.
Τα βάζω με τον εαυτό μου που παρασύρθηκα, τα βάζω και με κεινον όμως, που με παρακίνησε να εγκαταλείψω τη φυλακή μου. Με αυτόν που έδινε υποσχέσεις ενώ δεν ήταν σε θέση να τις τηρήσει, με αυτόν που αποδείχτηκε ελάχιστος..
Ίσως εν τέλει να με θυμώνει περισσότερο η ματαίωση της αυταπάτης μου. Όχι, δεν μου λείπει ο ίδιος, μου λείπει η εικόνα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου για εκείνον. Μου λείπει το είδωλο που είχα πλάσει στο κεφάλι μου και γκρεμίστηκε με μιας σαν χάρτινος πύργος. Δεν είναι μόνο εγωισμός, δεν τραυματίστηκα επειδή έπεσα έξω στις εκτιμήσεις μου...με πληγώνει που φάνηκε τόσο λίγος, τόσο ξεκομμένος από τις προσδοκίες μου. Με πονάει που μέσα στην απελπισία μου, πέρασα ένα γυαλάκι για διαμαντόπετρα..
Με πονάει στο τέλος τέλος το γεγονός πως δεν ήταν αυτό που τόσο ονειρευόμουν.
Σκέφτομαι πως τόσες μέρες αναβιώνω έναν θάνατο που με πληγώνει και τον βιώνω μόνη!
Τότε ένας τεράστιος θυμός ξεπηδά από μέσα μου, για κείνον που με εξαπάτησε, για μένα που αφέθηκα να εξαπατηθώ, για τις υποσχέσεις που δεν τήρησε, για τα λόγια που με προθυμία κατάπια απλά και μόνο επειδή είχα την ανάγκη να τα ακούσω, για όσα πίστεψα επειδή στην ουσία αποζητούσα ένα χάδι στοργικό ακόμα κι αν αυτό ήταν φενάκη..
Παραπλανήθηκα γιατί ήθελα να παραπλανηθώ κι αυτό δεν μου το συγχωρώ, η μοναξιά όμως έχει δυο είδωλα. Σε μετατρέπει σε αγρίμι και ταυτοχρόνως σε κάνει ευάλωτο όταν έχεις ανάγκη να την ξορκίσεις από πάνω σου. Δεν φαντάζεσαι πόσο εύκολα συμβιβάζεσαι με ένα ψέμα όταν όλο σου το "είναι" ικετεύει να το κάνει αλήθεια...
Πληρώνω την αφέλεια και την επιπολαιότητα μου γιατί στην πραγματικότητα λιμοκτονώ για αγάπη!
Την αποζητώ με την ίδια λαχτάρα που ένας διψασμένος ψάχνει απεγνωσμένα έστω και για μερικές σταγόνες νερού. Την τρέμω με τον ίδιο φόβο που ένα χαμένο παιδάκι αναζητά πανικόβλητο τους γονείς του.
Πάντοτε δίπολο ήμουν, τα δυο άκρα κυριαρχούσαν μέσα μου και συγκρούονταν.
Το ένα έκλεινε τον εαυτό μου σε πελώρια χρυσά κλουβιά για να μην με πλησιάσει ανθρώπινο χέρι. Το άλλο έβρισκε δειλά δειλά μια χαραμάδα για να μπαίνουν λίγες αχτίδες φωτός στη φυλακή μου..
Καμιά φορά, έβρισκα το θάρρος, παραμέριζα ελάχιστα τα κάγκελα κι έκανα ένα διστακτικό βήμα προς την ελευθερία.
Σφιχταγκαλιασμένη με τις ανασφάλειες μου και γεμάτη άμυνες τρέκλιζα όπως τα μωρά που άτσαλα δοκιμάζουν τα πρώτα τους βηματάκια.
Ίσως και να άξιζε τον κόπο η τόση ταλαιπωρία έλεγα στον εαυτό μου.
Γιατί, μα την ευχή, είναι τόσο μαγικό το συναίσθημα να τρέχεις απογυμνωμένος από έγνοιες!
Κι η καρδιά μου, ζήλευε τόσο κάτι λευκά άλογα, που κάλπαζαν ανάμεσα στα κύματα σε φωτεινά ακρογυάλια..Ήξερε πως έτσι ήθελε να είναι κι αυτή, ελεύθερη!
Ο φόβος μου όμως με καθιστούσε αδρανή. Ήμουν μια παράλυτη ψυχή που ονειρευόταν να πετάξει... Ώσπου μια μέρα εντελώς ξαφνικά, ο ήλιος μου χαμογέλασε και το άρωμα των γιασεμιών με καλούσε να κυλιστώ σε καταπράσινα λιβάδια σαν μικρό κοριτσάκι.. ..κι εγώ για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό ενθουσιάστηκα με την άνοιξη! Με το χρώμα των φύλλων, με τη μυρωδιά του χώματος, ακόμα και με κεινο το μυρμηγκάκι που δρασκελούσε τα δάχτυλα μου σα να ταξίδευε στον κόσμο ολόκληρο..
Ξεχάστηκα με το παιχνίδι όμως κι απομακρύνθηκα πολύ απ' το κλουβί μου..μέχρι που ανακάλυψα πως νύχτωνε, πως ήμουν πλέον μόνη μου μακριά από την ασφάλεια του κελιού μου, πως εκτός από τα όμορφα πλασματάκια που τόσο μου τράβηξαν την προσοχή, υπήρχαν γύρω μου και κάποια άλλα θεριά αρπακτικά, που παραμόνευαν στο σκοτάδι.
Τα βάζω με τον εαυτό μου που παρασύρθηκα, τα βάζω και με κεινον όμως, που με παρακίνησε να εγκαταλείψω τη φυλακή μου. Με αυτόν που έδινε υποσχέσεις ενώ δεν ήταν σε θέση να τις τηρήσει, με αυτόν που αποδείχτηκε ελάχιστος..
Ίσως εν τέλει να με θυμώνει περισσότερο η ματαίωση της αυταπάτης μου. Όχι, δεν μου λείπει ο ίδιος, μου λείπει η εικόνα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου για εκείνον. Μου λείπει το είδωλο που είχα πλάσει στο κεφάλι μου και γκρεμίστηκε με μιας σαν χάρτινος πύργος. Δεν είναι μόνο εγωισμός, δεν τραυματίστηκα επειδή έπεσα έξω στις εκτιμήσεις μου...με πληγώνει που φάνηκε τόσο λίγος, τόσο ξεκομμένος από τις προσδοκίες μου. Με πονάει που μέσα στην απελπισία μου, πέρασα ένα γυαλάκι για διαμαντόπετρα..
Με πονάει στο τέλος τέλος το γεγονός πως δεν ήταν αυτό που τόσο ονειρευόμουν.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου